Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΠΕΡΟΥΚΑ
Ηταν μια φυσική περούκα, φτιαγμένη απο πραγματικά μαλλιά μιας άγνωστης γυναίκας απο την Ανατολή που τα πούλησε για πέντε -δέκα δολλάρια, για πέντε- δέκα βδομάδες φαϊ για πέντε -δέκα φτηνιάρικα ρούχα και μπιχλιμπίδια που τόσο πολύ ίσως να θέλησε.
Τα μαλλιά ήρθαν στη Δύση και κοκκίνησαν με αναίδεια, με ελευθεριότητα, με αρτίστικη αισθητική. Μετά κουρεύτηκαν καρέ με αφέλειες, έτσι για να έχουν στυλ, ακούμπησαν στο οβάλ κεφάλι από γαλαζωπό φελιζόλ που δεν είχε μάτια, μύτη, στόμα και περίμεναν ανάμεσα στις καθωσπρέπει περούκες την επόμενη γυναίκα που θα τα άγγιζε ξανά με βούρτσες και χτένες , θα τα αγαπούσε και θα τα καμάρωνε έστω και βαλσαμωμένα. Η αναμονή ήταν μεγάλη, ήταν βλέπετε μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση το κόκκινο της φαντασίας και του χρωστήρα. Την δοκίμαζαν γελαστά κορίτσια αλλά τρόμαζαν από την πυρκαγιά που τις τύλιγε σβύνοντας το χρώμα των ματιών τους , θαμπώνοντας σαν καπνός το δέρμα τους , πνίγοντας μέσα στις φλόγες τη δροσιά τους. Την δοκίμαζαν σίγουρες γυναίκες όμορφες, ώριμες, προκλητικές αλλά μόλις κοίταζαν στον καθρέφτη το πυρπολούμενο είδωλο τους, έχαναν ξαφνικά όλες τις βεβαιότητες της ζωής τους.
Ποιές ήταν;
Τι ήταν;
Τι ήθελαν;
Και η καιόμενη βάτος απ την Ανατολή παρέμενε στην προθήκη, προκλητικά ίσχυρότερη εκείνων που την πόθησαν και την δοκίμασαν.
Ωσπου μια μέρα ήρθε εκείνη η γυναίκα. Λεπτή, πολύ λεπτή, μεσήλικη , με σχεδόν γκρίζο χρώμα δέρματος, με χαρακτηριστικά τόσο μικρά που χανόντουσαν και μόνον ένα πρόβαλε τεράστιο σαν τον ουρανό. Τα μάτια της. Καστανά κι όμως διάφανα. Με μια πυρετώδη ένταση στο βλέμμα. Πήρε την περούκα και την έβαλε με μια κίνηση. Τίναξε το κεφάλι της μπρός πίσω, δεξιά κι αριστερά. Τα μαλλιά ετοιμάστηκαν να την καταβροχθίσουν, τα σαρκοφάγα κόκκινα μαλλιά, την άγγιξαν παντού. Κι ύστερα υποτάχθηκαν μαγεμένα απ την γυναίκα.
" Είσαι απίστευτα όμορφη" της είπα κι εκείνη γέλασε με το ύφος μου.
" Σαν χαζός με κοιτάς"
" Πάρτην"
"Φυσικά καλέ μου, σ εμπιστεύομαι σ αυτά"
Η φωτιά για τρείς μήνες περίπου περπάτησε με ψηλά λεπτά τακούνια, μπήκε στα εστιατόρια, βούτηξε στη θάλασσα του Κορινθιακού, χόρεψε μέχρι το πρωϊ, δούλεψε στο διευθυντικό γραφείο, κοιμήθηκε αγκαλιά με τον εραστή της, πυρπόλησε την μιζέρια, κατάκαψε τις συμβάσεις και μετά όρμησε μαζί με τη γυναίκα στην τελευταία της μάχη.
Την έδωσαν μαζί και την έχασαν.
Το ήξεραν.
Είναι μαζί τώρα και ρίχνουν κόκκινες ανταύγειες στις νύχτες του θανάτου.
Πάω και τους αφήνω λουλούδια.
Κόκκινα λουλούδια.





